Γιώργου Μπιλικά
Έτσι του είπε και σκέφτηκε να το σεβαστεί χωρίς να της ζητήσει εξηγήσεις, παρόλο που αυτό τον δυσκόλευε πολύ. Όταν, ας πούμε, ήταν μαζεμένη η παρέα ολόκληρη δεν τους ήταν εύκολο να κανονίζουν μπροστά στους άλλους τι θα κάνουν και πού θα πάνε μετά, αφού υποτίθεται ότι δεν συνέβαινε κάτι ιδιαίτερο μεταξύ τους. Φρόντιζαν βέβαια να κανονίζουν από πριν, αλλά κι αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό, γιατί αν συνέβαινε κάτι ξαφνικό, ήταν δύσκολο να συνεννοηθούν εκείνη τη στιγμή. Έτσι συνέβη και εκείνο το βράδυ. Μετά την καθιερωμένη συνάντηση της Παρασκευής στο Αιολίς, βρέθηκαν για φαγητό στο Palmier του Παγκρατίου και μετά αναγκάστηκαν να πουν καληνύχτα.
Μπήκε σε ένα ταξί για να γυρίσει στο σπίτι του ενώ εκείνη είχε φύγει με το αυτοκίνητό της μερικά λεπτά νωρίτερα και οι ρόδες έκαναν καλά τη δουλειά τους. Κύλησαν και απομάκρυναν τον έναν από τον άλλο. Πλησιάζοντας προς το σπίτι του της έκανε μία κλήση.
«Μωρό μου…»
«Δεν έπρεπε να φύγεις…»
«Μα δεν ήθελα να φύγω. Επιτέλους πρέπει να λήξει αυτή η ιστορία. Τι θα πει δεν θέλεις να το ξέρουν; Δεν θέλεις να ξέρουν ότι είσαι μαζί μου; Αυτό με προσβάλλει».
«Αυτό αφορά τα προσωπικά μου και δεν έχει να κάνει με σένα, αλλά έχεις δίκιο. Θα τους το ανακοινώσουμε».
«Πού είσαι τώρα;»
«Στη Λεωφόρο Αθηνών. Μετά την πλατεία Καραϊσκάκη, στο πρώτο βενζινάδικο».
«Μη φύγεις από κει, έρχομαι».
Είχε αρχίσει να βρέχει, το ταξί έστριψε επί τόπου και, καθώς δεν είχε κίνηση, σε λίγα λεπτά την είχε στην αγκαλιά του.
«Πού θέλεις να πάμε;»
«Στο σύμπαν μωρό μου. Στο σύμπαν».
Η βροχή δυνάμωσε εντυπωσιακά, ρίχνοντας βαριές, δυνατές σταγόνες που χτυπούσαν με ρυθμό στο παρμπρίζ. Μέσα στο αυτοκίνητο, προστατευμένοι από την καταιγίδα, χάζευαν τη νύχτα να σείεται από τους κεραυνούς. Οι μεγαλειώδεις αστραπές έσκιζαν το σκοτάδι, ρίχνοντας σκιές πάνω στους ήχους της πόλης, φανερώνοντας στιγμιαία τις μορφές που χάνονταν στη βροχή. Οι αστραπές δεν ήταν τυχαίες. Ήταν για τους πολεμιστές, που προχωρούσαν χωρίς να ξέρουν αν θα δουν το ξημέρωμα, και για τους πρόσφυγες, που έψαχναν καταφύγιο μέσα στη νύχτα. Ήταν για τους στρατιώτες που περίμεναν τη διαταγή, για τους μπερδεμένους, που προσπαθούσαν να βρουν νόημα, και για τους ανήσυχους, που δεν μπορούσαν να ησυχάσουν ούτε καν μέσα στη δική τους σιωπή.
Κοιτούσαν τις αστραπές με τα μάτια τους στραμμένα στο σκοτάδι, που έσχιζαν οι λάμψεις τους. Κάθε φορά που η βροντή αντηχούσε στον αέρα εκείνη κούρνιαζε στην αγκαλιά του φοβισμένη, αναζητώντας κάποια ασφάλεια στο χάος της καταιγίδας. Ο ήχος της βροντής ήταν σαν μια υπενθύμιση του άγνωστου και του αναπόφευκτου. Οι αστραπές έριχναν τις λάμψεις τους, φανερώνοντας στιγμιαία μορφές και σκιές. Ήταν λάμψεις για τον επαναστάτη, που πάλευε με τους δαίμονές του, και για τον άτυχο, που η μοίρα τον είχε αδικήσει. Ήταν για τον μοναχικό, που έψαχνε ελπίδα σε έναν κόσμο που δεν τον καταλάβαινε, και για τον απαρνημένο, που είχε χάσει το δρόμο του. Ήταν για τον τραυματισμένο, που κουβαλούσε τις πληγές του, και για τον απόβλητο, που δεν είχε πια τίποτα να χάσει.
Ανάμεσα σε αυτό το τρελό σφυροκόπημα της βροχής, ο ουρανός έμοιαζε να σπέρνει ποιήματα. Κάθε σταγόνα, που έπεφτε, ήταν μια λέξη και κάθε αστραπή μια γραμμή από λέξεις που δεν είχαν προλάβει να ειπωθούν. Ο ήχος από τους κεραυνούς τις σκόρπιζε μακριά, σαν να ήθελε να τις διαδώσει παντού και να τις αφήσει να ταξιδέψουν μέσα στη νύχτα. Μπροστά στα μάτια τους οι αστραπές έδιναν σχήμα στους ήχους της καταιγίδας, φανερώνοντας τις μορφές τους μέσα στο φως και στη σκοτεινιά.
Ήταν λάμψεις για τους τρυφερούς εραστές, που έκρυβαν τις καρδιές τους στα βλέμματά τους, και για τους προστάτες του νου, που πολεμούσαν τις αμφιβολίες με τη σοφία τους. Ήταν για τους ποιητές, που αναζητούσαν την αλήθεια μέσα στο χάος, και για τους ζωγράφους, που ήθελαν να αποτυπώσουν την ψυχή του κόσμου. Ήταν για τους τραγουδιστές, που τραγουδούσαν τις αλήθειες του κόσμου τους, και για τους τροβαδούρους, που ταξίδευαν με τις ιστορίες τους από τόπο σε τόπο.
«Αυτές οι λάμψεις ήταν για μένα».
«Είσαι ψώνιο γλυκέ μου;»
«Είμαι!»
«Ένα παιδί είσαι».
«Ένας ερωτευμένος άντρας είμαι!»
Μέσα στην απέραντη νύχτα, η βροχή ξετύλιγε με τα παραμύθια της αμέτρητες ιστορίες που δεν είχαν ποτέ ακούσει οι άνθρωποι, για τις ξεγυμνωμένες απρόσωπες μορφές που περνούσαν χωρίς όνομα και χωρίς ταυτότητα. Ο ήχος της βροχής, σαν ψίθυρος, αφηγούνταν αυτά τα παραμύθια σε αυτούς που μπορούσαν να ακούσουν πέρα από το θρόισμα του κόσμου. Οι αστραπές, με την εκτυφλωτική τους λάμψη, έστελναν φως σε κάθε σκοτεινή γωνιά, φανερώνοντας προσωρινά την αλήθεια, φωτίζοντας προσωρινά τις ψυχές και τα πρόσωπα των αδικημένων και των παραμελημένων. Ήταν λάμψεις για τον κουφό, που ποτέ δεν άκουσε τη φωνή του κόσμου, για τον τυφλό, που αναζητούσε την αλήθεια μόνο με την καρδιά του, και για τον μουγκό, που κρατούσε τις λέξεις κλεισμένες μέσα του σαν φυλακισμένα πουλιά. Ήταν για τη μάνα, που κουβαλούσε στους ώμους της τη θλίψη του κόσμου, για την πόρνη, που πούλησε τα όνειρά της για λίγη επιβίωση, και για τον παράνομο, που έζησε εκτός νόμου αλλά με το δικό του σύστημα δικαιοσύνης. Ήταν για τον δολοπλόκο, που ζούσε μέσα στις ίντριγκες και στα ψέματα, και για τον κουτσομπόλη, που πέρναγε τις μέρες του διαδίδοντας μυστικά, που δεν ήταν δικά του. Ήταν για τον άνανδρο, που έτρεμε μπροστά στην αλήθεια, για τον αλυσοδεμένο, που δεν μπορούσε να κουνηθεί, και για τον ξεγελασμένο, που πίστεψε στις ψεύτικες ελπίδες και βρέθηκε παγιδευμένος σε έναν κόσμο που δεν τον ήθελε.
Αν και η ομίχλη σιγά σιγά διαλυόταν και το σκοτάδι άρχιζε να αποκαλύπτει την αλήθεια του, οι αστραπές έπεφταν σαν βέλη, με την εκτυφλωτική τους δύναμη να κόβει την ατμόσφαιρα, στέλνοντας τις λάμψεις τους μόνο σε διαλεγμένους.
Όσοι ήταν ηλίθιοι και ανόητοι παρέμεναν στο σκοτάδι, αγνοημένοι από το φως των θεών και των στοιχείων. Οι λάμψεις δεν ήταν για αυτούς, αλλά για αυτούς που είχαν ξεμείνει στη ζωή, για όσους περπατούσαν κουβαλώντας τον πόνο τους μέσα στην καρδιά τους και για αυτούς που δεν έβρισκαν λόγια να εξηγήσουν τον δρόμο τους. Ήταν για το θύμα, που δεν κατάφερε ποτέ να φωνάξει για βοήθεια, και για τον θύτη, που πλήρωνε το τίμημα των δικών του αμαρτιών. Ήταν για κάθε τρυφερή ψυχή που δεν ήξερε πώς να βλάψει, γιατί η αγάπη ήταν η μόνη γλώσσα που καταλάβαινε. Ήταν για τους εραστές με τις μοναχικές καρδιές, που αγαπούσαν σιωπηλά, και για τα μηχανήματα, που είχαν κλέψει τις φωνές των ανθρώπων και τις είχαν μετατρέψει σε δεδομένα. Ήταν για τα μηνύματα, που έφταναν με την αίσθηση της ανάγκης και όχι με την πραγματική αλήθεια. Ήταν για τις εισερχόμενες κλήσεις, που ήθελαν να ακούσουν περισσότερα απ' όσα μπορούσαν να πουν, και για τις σιωπές, που μιλούσαν πιο δυνατά από όλα τα λόγια γιατί αυτές κρατούσαν την ουσία, τον πόνο, την αγάπη και τη μοναξιά.
«Θυμάσαι τον χειμώνα, που φιληθήκαμε για πρώτη φορά;»
«Θυμάμαι ναι. Ήταν βράδυ αργά, στη Δραπετσώνα».
«Τι ώρα ήταν;»
«Έχει σημασία; Σφίξε με επάνω σου. Μόνο αυτό έχει σημασία…»
Λάμψεις για τα βουρκωμένα μάτια, που μοιάζουν με άστρα που τρεμοπαίζουν λίγο πριν σβήσουν. Για εκείνες τις στιγμές που ο πόνος και η χαρά μπλέκονται σαν δυο ρυάκια σε μια κρυφή πηγή. Για τα τελευταία φιλιά που κουβαλούν την ηχώ χιλίων λέξεων, σφραγίζοντας το ανείπωτο. Για τα σφιγμένα χείλη που η φωνή παλεύει με τη σιωπή, μια σιωπή που δεν είναι έλλειψη, μα πληρότητα. Mια σιωπή που ξέρει πότε δεν χρειάζεται να μιλήσει.
Λάμψεις για όσους πρέπει να επιστρέψουν και για εκείνους που στέκονται στο κατώφλι του χθες, μετρώντας τις σκιές τους. Για όσους κουβαλούν το παρελθόν σαν άγραφο χάρτη και ψάχνουν στα χαμένα μονοπάτια το πρώτο τους βήμα. Για εκείνους που δεν ξεκίνησαν ποτέ το ταξίδι τους, που έμειναν στάσιμοι, παγιδευμένοι στην αναμονή –ένα εκκρεμές ανάμεσα στο «ίσως» και το «ποτέ»– και για όσους ήδη ταξιδεύουν, δίχως προορισμό, χωρίς χάρτη, αφήνοντας τον άνεμο να γράφει τη διαδρομή τους. Για όσους παρασύρονται από το άγνωστο και το αναγκαίο, γίνονται οι ίδιοι κύμα, πνοή και ατέρμονη πορεία προς το φως.
Λάμψεις για όλους εκείνους που ζουν με την ανάγκη της μετακίνησης, είτε σωματικής είτε ψυχικής, γιατί η ζωή είναι πάντοτε σε ροή, σαν ποτάμι που δεν αντέχει να γίνει λίμνη. Για όσους δεν βολεύτηκαν ποτέ στην ακινησία, γιατί ξέρουν πως και η πιο απόλυτη αδράνεια είναι μια μετατόπιση, ένας ψίθυρος του χρόνου που τους σπρώχνει μπροστά. Για εκείνους που νιώθουν το φως των αστραπών σαν κάλεσμα, μια υπενθύμιση πως τίποτα δεν μένει ίδιο, πως η αλλαγή δεν είναι επιλογή, αλλά νόμος αρχέγονος, σμιλεμένος στο κορμί των ανέμων.
Λάμψεις για τα λόγια που ποτέ δεν βρήκαν τη φωνή τους, που έμειναν δεμένα στη σιωπή, σαν πουλιά που δεν έμαθαν να πετούν. Για τις λέξεις που φοβήθηκαν να γίνουν ήχος, που κρύφτηκαν πίσω από βλέμματα και μισά χαμόγελα, αφήνοντας μόνο την υποψία τους να πλανάται στον αέρα. Για τα κορμιά που έμειναν μακριά, παρά τη δίψα τους για ένωση, και άγγιξαν μονάχα τη σκιά τους, που περπάτησαν δίπλα δίπλα, χωρίς ποτέ να συναντηθούν, σαν παράλληλες τροχιές που ήξεραν πως η σύγκλιση θα σήμαινε πυρκαγιά. Για τις σκέψεις που γεννήθηκαν από πόθο, από ανάγκη, από όνειρο, μα δεν βρήκαν ποτέ τη δύναμη να γίνουν πράξη και έμειναν να αιωρούνται, σαν ψίθυροι του ανέμου, σαν αόρατες φλόγες που τρεμοπαίζουν στην άκρη του χρόνου, περιμένοντας ένα χέρι να τις ανάψει.
Λάμψεις για τις αποφάσεις που πάρθηκαν με το βάρος του καιρού και της στιγμής, σαν φύλλα που πέφτουν όταν έρθει η ώρα τους, ακόμα κι αν ο άνεμος δεν τα σπρώχνει. Για τις επιλογές, που χαράχτηκαν βαθιά στην ψυχή, σημάδια ανεξίτηλα, άλλοτε λύτρωση, άλλοτε πληγή και για εκείνες που παρέμειναν αθέατες, που στροβιλίστηκαν για λίγο στο μυαλό και μετά χάθηκαν, πνιγμένες από τον φόβο και τον δισταγμό. Για τις αποφάσεις που δεν ειπώθηκαν δυνατά, που δεν βρήκαν ποτέ το θάρρος να ξεδιπλωθούν, που έμειναν σαν κλειστά παράθυρα σε σπίτια που δεν κατοικήθηκαν ποτέ. Για τις στιγμές που το «ναι» ή το «όχι» έγειρε τη ζυγαριά της ζωής και για τις στιγμές που το ίχνος μιας πιθανότητας έσβησε πριν προλάβει να γίνει δρόμος. Για όλα όσα έγιναν και για όλα όσα έμειναν στα όρια του ανεκπλήρωτου, σαν φευγαλέα λάμψη στον ορίζοντα.
Λάμψεις για όλα όσα ζήσαμε, για τις στιγμές που άφησαν ανεξίτηλο σημάδι, γράφοντας τη ζωή μας με το δικό τους μελάνι, όπως τα χρώματα που αναμειγνύονται στον ουρανό πριν από την καταιγίδα. Και για όσα δεν ζήσαμε, για τα όνειρα που παρέμειναν φυλακισμένα, σαν κλειδιά που δεν βρήκαν ποτέ την πόρτα, παραμένοντας κρυμμένα σε αθέατες γωνιές της καρδιάς μας, εκεί όπου τα μυστικά του κόσμου εξακολουθούν να ψιθυρίζουν.
Λάμψεις για τα χείλη που ποτέ δεν άγγιξαν το δέρμα, για τα χέρια που ποτέ δεν βρήκαν τον δρόμο τους στα σκοτεινά υπόγεια των ρούχων, εκεί όπου οι σκιές κρύβουν τις αθέατες επιθυμίες. Και για τις κραυγές της ψυχής, εκείνες που ποτέ δεν έφτασαν στ' αφτιά κανενός, αλλά που όλοι μας νιώσαμε –σαν αέρας που περνά και αφήνει το σημάδι του στο πρόσωπο, αόρατο, αλλά παρόν, σαν να το έχεις αγγίξει χωρίς να το καταλάβεις.
Λάμψεις για τη λέξη που ποτέ δεν ειπώθηκε, εκείνη τη στιγμή που τα χείλη παρέμειναν κλειστά, ενώ η καρδιά φώναζε. Για τους χίλιους τρόπους που μας συνδέουν και μας απομακρύνουν ταυτόχρονα, σαν άστρα που κινούνται σε αλληλοεπικαλυπτόμενες τροχιές, αλλά πάντα τελικά χωρισμένες. Για τον λυγμό που πνίγηκε μέσα στον καθρέφτη της σιωπής, σαν δάκρυ που δεν έπεσε ποτέ, αλλά άφησε τη θολούρα του στην ψυχή μας. Για όλα εκείνα που λατρέψαμε με όλη μας την ψυχή, σαν φως που μας τυφλώνει και για όλα όσα μισήσαμε, γιατί μάλλον αγαπήσαμε υπερβολικά και η υπερβολή της αγάπης έγινε το βάρος που μας έριξε.
Λάμψεις για την ανάγκη να χρειάζεσαι κάποιον, εκείνη την ανάγκη που κρύβει μέσα της όλες τις απαντήσεις και όλες τις αμφιβολίες, σαν αίνιγμα που λύνουμε σε κάθε αναστεναγμό. Γιατί στο τέλος, όλοι ψάχνουμε κάποιον να μας κρατήσει, να μας καταλάβει πέρα από τα λόγια και να φωτίσει τις νύχτες μας, αυτές τις νύχτες που μοιάζουν ατέλειωτες, σαν σκοτάδι που δεν θέλει να υποχωρήσει.
Λάμψεις για τους δρόμους που ακολουθούμε με την ελπίδα ότι θα βρούμε κάτι καλύτερο, κάτι που θα μας δώσει αυτό που αναζητούμε, ακόμα και αν δεν ξέρουμε ακριβώς τι είναι αυτό. Για τα μονοπάτια που χαράζουμε χωρίς οδηγό, στηριζόμενοι μόνο στη διαίσθηση, τον φόβο που μας παρασύρει και την επιθυμία που μας σπρώχνει να προχωρήσουμε, ακόμα κι όταν το σκοτάδι μοιάζει ατελείωτο. Για τις στιγμές που αμφιβάλλουμε, για εκείνες τις ώρες που το μυαλό μας γεμίζει αμφιβολίες και η καρδιά χτυπά αδύναμα, πιστεύοντας ότι κάναμε λάθος. Ένα λάθος που γίνεται μέρος του ταξιδιού και κάθε αμφιβολία που γίνεται η φλόγα που μας ωθεί να προχωρήσουμε, ψάχνοντας για μια αλήθεια που ίσως δεν βρούμε ποτέ, αλλά που θα μας κάνει πιο δυνατούς στο τέλος.
Λάμψεις για την ελευθερία του να επιλέγουμε, ακόμα κι αν οι επιλογές μας, μας οδηγούν σε αδιέξοδα, γιατί η ελευθερία είναι αυτή που μας δίνει τη δύναμη να συνεχίζουμε, έστω κι αν η πορεία μας είναι γεμάτη από σκοτεινές γωνίες. Γιατί, τουλάχιστον, αυτές οι λάμψεις είναι το φως που βρίσκουμε μέσα στο σκοτάδι, μια φωτεινή γραμμή που μας καθοδηγεί, έστω και για λίγο, προς την αλήθεια που ζητά η ψυχή μας. Και αν η αλήθεια είναι σκληρή, αν δεν είμαστε έτοιμοι να την αποδεχτούμε, οι λάμψεις παραμένουν εκεί για να μας υπενθυμίζουν ότι, ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, υπάρχει πάντα μια στιγμή που μπορούμε να επιλέξουμε για να δούμε.
Και, τελικά:
Λάμψεις για το γεγονός ότι, παρά τη μοναξιά των επιλογών μας, ποτέ δεν είμαστε πραγματικά μόνοι. Γιατί το φως αυτών των αστραπών φωτίζει τις καρδιές που ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι, που αναζητούν τις ίδιες αλήθειες, και έχουν την ίδια ανάγκη για κατανόηση. Είναι αυτές οι ψυχές που, όπως και εμείς, παλεύουν με τις δικές τους αμφιβολίες και φόβους, αλλά και με την ίδια επιθυμία για ελευθερία. Κι έτσι, μέσα από τις φωτεινές μας στιγμές, συνδέονται οι μοναχικοί μας δρόμοι και μαζί βρίσκουμε το φως που μας ενώνει ακόμα και όταν νομίζουμε ότι βαδίζουμε μόνοι.
«Πριν σε φιλήσω για καληνύχτα, θέλω να σου πω ότι δεν θέλω να χωρίσουμε ποτέ και για κανέναν λόγο».
«Κι εγώ δεν θέλω να χωρίσουμε και θέλω να προσθέτω στη ζωή μας στιγμές από τις μέρες μας και τις νύχτες μας. Πρέπει να πηγαίνω όμως. Είναι αργά».
«Τώρα που θα γυρίζεις, να προσέχεις στον δρόμο, γιατί όλα τα φανάρια θα είναι σβηστά».
«Γιατί;»
«Γιατί τα έχω ανάψει όλα μέσα μου, που σ' έχω στην αγκαλιά μου».
Copyright © Γιώργος Μπιλικάς All rights reserved
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα ζωγραφικής της Αναστασίας Αθανασοπούλου [Περίπατος, λάδι σε καμβά]