Οι ιδιότυποι εικαστικοί μετασχηματισμοί του Πάουλ Κλέε

Paul Klee [Το θαύμα, 1916]

Ο Πάουλ Κλέε (Paul Klee) γεννήθηκε κοντά στην πόλη της Βέρνης το 1940. Ο πατέρας του ήταν μουσικός, ενώ η μητέρα του είχε σπουδάσει τραγούδι. Από νωρίς ήρθε σε επαφή με τη μουσική και τη ζωγραφική. Ξεκίνησε να παίζει βιολί σε ηλικία επτά ετών και στα έντεκά του έγινε μέλος της ορχήστρας της Μουσικής Εταιρείας της Βέρνης. Φανέρωσε κλίση στη ζωγραφική, αν και οι γονείς του δεν τον ενθάρρυναν. Επέλεξε να ασχοληθεί συστηματικά με το σχέδιο γράφοντας: «...δεν ήθελα να κάνω τίποτε άλλο παρά να ζωγραφίζω και να γράφω, ό,τι δηλαδή μου είχαν απαγορεύσει.». Το 1888 μετακόμισε στο Μόναχο για να γραφτεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών αλλά δεν έγινε δεκτός. Παρέμεινε στο Μόναχο για τα τρία επόμενα χρόνια, σπουδάζοντας σχέδιο σε ιδιωτική σχολή. Το 1900 έγινε δεκτός στην τάξη του Φραντς φον Στουκ, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, σύντομα όμως εγκατέλειψε το μάθημά του. Επισκέφτηκε την Ιταλία και μελέτησε το έργο των μεγάλων Ιταλών ζωγράφων στη Φλωρεντία και στη Νάπολη. Αργότερα επέστρεψε στη Βέρνη, όπου ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα ανατομίας και ζωγραφικής.

Το 1903 άρχισε μία σειρά χαρακτικών υπό τον γενικό τίτλο Επινοήσεις (Inventionen). Ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1905 και σε αυτή την σειρά αποτυπώνεται ο πειραματισμός του σχετικά με την επεξεργασία του γυαλιού. Οι Επινοήσεις του παρουσιάστηκαν στην έκθεση της «Απόσχισης» του Μονάχου, το 1906.

Paul Klee [Το πλοίο που περνά από τους Βοτανικούς κήπους, 1921]

Το 1906 παντρεύτηκε την πιανίστα Λίλι Στουμπφ. Μερικά έργα του εκτέθηκαν σε μεγάλες εκθέσεις και μία ατομική έκθεση με 56 έργα του στις πόλεις της Βέρνης, της Ζυρίχης και του Βίντερτουρ. Το 1911 πραγματοποίησε σημαντικές επαφές, όπως με τον Αουγκούστ Μάκε και κυρίως με τον κορυφαίο Βασίλι Καντίνσκι, ο οποίος τον σύστησε σε αρκετούς ζωγράφους της Νέας Καλλιτεχνικής Ένωσης του Μονάχου, μεταξύ των οποίων ήταν ο Φραντς Μαρκ και ο Αλεξέι φον Γιαβλένσκι. Την ίδια περίοδο, ο Καντίνσκι και ο Μαρκ ετοίμαζαν την έκδοση Der Blaute Reiter / Ο γαλάζιος καβαλάρης. Η πρώτη έκθεση του Γαλάζιου καβαλάρη διοργανώθηκε το 1911. Ο Κλέε έγραψε δηλώνοντας την συμπαράστασή του στις ιδέες των καλλιτεχνών του νέου ρεύματος. Το 1912 στη δεύτερη έκθεση της ομάδας, ο Κλέε, συμμετείχε με 17 έργα ενώ το 1913, ο Καντίνσκι και ο Μάκε του ανέθεσαν την εκπροσώπηση της Ελβετίας στο πρώτο Φθινοπωρινό Γερμανικό Σαλόνι στη γκαλερί Der Sturm του Βερολίνου.

Paul Klee [Stadtende, 1926]

Το 1914 ο Κλέε ταξίδεψε στην Τυνησία μαζί με τον Αουγκούστ Μάκε και τον Λουί Μουαγιέ. Το ταξίδι αυτό υπήρξε καθοριστικό στην εξέλιξή του, καθώς κατά τη διάρκειά του πειραματίστηκε με τη χρήση των χρωμάτων. Έγραψε: «Το χρώμα και εγώ είμαστε ένα. Είμαι ζωγράφος.». Εκεί ζωγράφισε αρκετές υδατογραφίες. Χρησιμοποιούσε πολλαπλά στρώματα χρώματος και για την απόδοση των αντικειμένων διαμόρφωνε τους όγκους με τη χρήση βασικών μόνο γεωμετρικών σχημάτων. Επηρεασμένος και από τους θανάτους του Μάκε και του Μαρκ στο μέτωπο του Α' Παγκόσμιου Πολέμου βίωσε δύσκολες καταστάσεις. Συνέχισε όμως να ζωγραφίζει και να εξελίσσεται καλλιτεχνικά, συμμετέχοντας σε εκθέσεις μέχρι το 1916, όταν κλήθηκε να υπηρετήσει στον γερμανικό στρατό, χωρίς όμως να σταλεί ποτέ στο μέτωπο. Ο πόλεμος υπήρξε το κυρίαρχο θέμα σε αρκετούς από τους πίνακές του από το 1914 ως το 1915. Συμμετείχε σε δύο εκθέσεις της γκαλερί Der Sturm –1916 και 1917– και κυρίως οι υδατογραφίες του σημείωσαν αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία. Αρκετοί κριτικοί τον θεωρούσαν έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1910 ήταν πλέον αναγνωρισμένος και καταξιωμένος καλλιτέχνης.

Paul Klee [Η ωραία κηπουρός, 1939]

Το 1920 ο διευθυντής της σχολής του Μπαουχάους, διάσημος αρχιτέκτονας Βάλτερ Γκρόπιους του πρότεινε να διδάξει στην σχολή της Βαϊμάρης. Εκείνος δέχτηκε στις αρχές του 1921. Ήταν αισθητικά ταυτισμένος με τις γενικές αρχές και ιδέες του Μπαουχάους. Υπήρξε αρχικά «δάσκαλος των μορφών» στο εργαστήριο της βιβλιοδεσίας. Προετοίμασε και έδωσε μία σειρά διαλέξεων με θέμα την καλλιτεχνική φόρμα. Παράμεινε διδάσκοντας και εγκατέλειψε την Βαϊμάρη το 1930, έπειτα από πρόταση της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ να διδάξει εκεί. Ο τόμος με τις διαλέξεις και τις εικονογραφήσεις του είναι η πληρέστερη διδακτική παρουσίαση των αρχών του σχεδίου που έχει γίνει από καλλιτέχνη. Ο Κλέε διατύπωσε τις απόψεις του για τη φύση της καλλιτεχνικής διαδικασίας και εξήγησε τους μετασχηματισμούς της οπτικής εικόνας.

Paul Klee [Ψαροπλατεία, 1922]

Με την άνοδο του ναζισμού, ο Κλέε ένεκα εβραικής καταγωγής έχασε τη θέση του στην Ακαδημία. Το 1933 εγκατέλειψε οριστικά το Ντίσελντορφ μαζί με την οικογένειά του. Επίσης ο Φλέτχαϊμ, που είχε αναλάβει αποκλειστικά τις πωλήσεις έργων του, αδυνατούσε πλέον να εργαστεί. Τότε ο Κλέε υπέγραψε νέο συμβόλαιο με τον περίφημο έμπορο τέχνης Κανβάιλερ. Το 1933 εγκαταστάθηκε στη Βέρνη όπου συνέχισε να ζωγραφίζει με πιο αργούς ρυθμούς. Δύο χρόνια αργότερα διοργανώθηκε μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του, η οποία μεταφέρθηκε στις πόλεις της Βασιλείας και της Λουκέρνης. Την ίδια περίοδο, ο Κλέε αρρώστησε από σκληροδερμία, μία σπάνια, συχνά θανατηφόρα, νόσο. Το 1937 ζωγράφισε το έργο Η εξέγερση του υδραγωγείου, που έχει χαρακτηριστεί ως η εμβληματική συμβολή του Κλέε στον αγώνα κατά του φασισμού. Την ίδια χρονιά διοργανώθηκε η επικριτική έκθεση της Παρακμιακής τέχνης, από το ναζιστικό καθεστώς, η οποία περιλάμβανε 17 έργα του.

Το 1939 έχοντας συμπληρώσει πέντε χρόνια συνεχούς διαμονής στην Ελβετία, υπέβαλε αίτηση για να αποκτήσει ελβετική υπηκοότητα, η οποία έγινε τελικά δεκτή λίγο μετά τον θάνατό του. Ο Κλέε πέθανε το 1940, στο Τιτσίνο της Ιταλίας όπου βρισκόταν για θεραπεία. Η τέφρα του μεταφέρθηκε στη Βέρνη, το 1946, και ο γιος του Φέλιξ ζήτησε να χαραχθούν στον τάφο τα λόγια του: «Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα, ανήκω τόσο στους νεκρούς όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη.». Η σεμνή και μετρημένη δήλωση του Κλέε χαρακτηρίζει το σύνολο του μεγάλου φιλόδοξου έργου του και της ιδιοφυούς προσωπικότητάς του.


Ζωγράφος, λογοτέχνης, θεωρητικός της τέχνης

Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο ένθετο Art and Business της εφημ. ΑΞΙΑ