Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ: Ο απόλυτος θρύλος του κλασικού Χόλιγουντ

Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ: Ο απόλυτος θρύλος του κλασικού Χόλιγουντ

Τίτλος και υπότιτλος δεν είναι δικοί μου. Έτσι έφτασε το δελτίο τύπου της αναγγελίας των πέντε ταινιών του Μπόγκαρτ μαζί με κάποια επίθετα τα οποία επίσης αναπαράγω καθώς μου άρεσαν πολύ και συμφώνησα με τον συντάκτη: Εμβληματικός, γοητευτικός, αυθεντικός, αριστοκρατικός κι ασυμβίβαστος, αινιγματικός, μελαγχολικός, σκληροτράχηλος και κυνικός. Ο Χάμφρεϊ [ή Χαμφρέι για άλλους – προσωπικά τείνω προς το πρώτο] μπορεί να χαρακτηριστεί με πολλούς ακόμα επιθετικούς προσδιορισμούς και να είναι όλοι τους σωστοί, όλοι όμως θα συμφωνήσουμε πως δύο πράγματα είναι αναμφισβήτητα όταν αναφερόμαστε σε εκείνον: είναι ένας κυρίαρχος νουάρ ηθοποιός που πέρασε όσο κανένας την υποδόρια, εσωτερική σκληράδα του μαζί με την τραυματισμένη του ψυχή. Επίσης, ότι με ένα τσιγάρο [απαραίτητο «αξεσουάρ» της εποχής του] και ένα καπέλο στιγμάτισε τη μεγάλη οθόνη.

Μέσες άκρες, στις περισσότερες των περιπτώσεων, συναντάμε στην οθόνη έναν κυνικό και μοναχικό τύπο που γνωρίζει πολύ καλά τα κατατόπια της ζωής και που χαρακτηρίζεται για την ηθική του.
Blogger Widgets

Απόκρυφα: Εγχειρίδιο επιβίωσης ποιητικώ λόγω

Για όλα εκείνα που δεν λέγονται, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν!


Μαρίας Κανδύλη Απόκρυφα

Υπάρχουν στιγμές στην ανάγνωση που δεν αισθάνεσαι ότι ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο, αλλά ότι συναντάς κάπου γραμμένη μια σκέψη που είχε περάσει κάποτε από το μυαλό σου και δεν μπόρεσες να της δώσεις μορφή. Ίσως αυτή να είναι και μία από τις πιο αληθινές λειτουργίες της ποίησης: να μας επιστρέφει, μέσα από τα λόγια ενός άλλου ανθρώπου, κομμάτια του δικού μας εαυτού. Με αυτή την αίσθηση διάβασα τα Απόκρυφα της Μαρίας Κανδύλη.

Το παιδί της φωτιάς

Ελένης Σταθοπούλου

Έργο τέχνης Λίλας Στεργιοπούλου [ακρυλικό σε καμβά]

Μέρος δεύτερο
Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ

Με χέρια που τρέμανε, ο Μάρκος, παραμερίζοντας το ανθρωπομάνι με δυσκολία, κατάφερε να μπει πάλι μέσα στην πόλη και να τραβήξει προς τα Πέντε αδέλφια. Βρήκε ένα ήσυχο μέρος, κάθισε κατάχαμα κι άνοιξε το γράμμα.
Εν Ναυπλίω, τη 28η Ιουλίου
Μάρκο, παιδί μου, προσπάθησα να συγκεντρώσω πληροφορίες για ό,τι μου ζήτησες. Είχα βάλει ανθρώπους ν' ακούνε ό,τι λεγόταν στην πόλη, που φτάνανε πολλοί πρόσφυγες από παντού. Μου είπαν ότι κάποια μέρα άκουσαν στον καφενέ έναν ναύτη, που ήταν σε πυρπολικό του Κανάρη και είχε χάσει το μάτι του σε μια έφοδο, να διηγείται ότι τον πρώτο χρόνο του αγώνα βρισκόταν στη γαλιότα ενός Ψαριανού, που τον έλεγαν Γιάννο Μητροδήμο, και το πλεούμενό του Τασώ.
Ότι τρεις μέρες μετά τη σφαγή στις Κυδωνίες, καθώς γύριζαν στα Ψαρά, είδαν την ώρα που χάραζε φωτιά σ' ένα βραχονήσι. Ότι ο καπετάνιος έστειλε με τη βάρκα αυτόν κι έναν άλλον ναύτη να δουν τι συμβαίνει και βρήκαν εκεί να κάθεται μόνο του ένα παιδί, που δεν μιλούσε. Ότι έψαξαν, αλλά δεν είδαν άλλη ψυχή. Ότι ήταν σίγουροι ότι κάποιος μεγάλος άναψε τη φωτιά, γιατί ένα μικρός δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Ότι είχαν βρει χαραγμένα στον βράχο τ' όνομα Κωνσταντής και τη λέξη Κυδωνίες. Ότι πήραν τον μικρό, που δεν τους έφερε καμιά αντίσταση, τον ανέβασαν στο σκαρί τους και τα είπαν όλα στον καπετάνιο. Ότι αυτός συγκινημένος τον αγάπησε με την πρώτη ματιά και τον πήγε στην κυρά του, που, αν και σε λίγες μέρες γέννησε τον δικό τους γιο, τον αγάπησε σαν να τον είχε γεννήσει η ίδια.
Ότι σε λίγους μήνες, στη βάφτιση του γιου του, έκανε ο καπετάνιος και την υιοθεσία του Κωνσταντή και βρέθηκε εκείνος με δυο γιους κι ο ορφανός με δική του οικογένεια. Ότι ο μικρός είχε ξαναβρεί τη λαλιά του μόλις άρχισε να λέει τις πρώτες κουβέντες ο μικρότερος αδελφός του, και ότι όλοι είχαν μιλήσει για θαύμα, που το έκανε η ζέστα της αγάπης. Ότι ποτέ δεν θυμήθηκε και πολύ περισσότερο ποτέ δεν μίλησε για όσα είχε ζήσει, λες και τα είχε διαγράψει από τη μνήμη του.
Αυτά μολόγαγε εκείνος ο άντρας, που τον λένε Σταυριανό Λαζάρου. Πιθανόν να χρειαστεί να τον συναντήσεις. Θα τον βρεις στο καφενείο στην πλατεία. Είμαι σίγουρος ότι το παιδί που ψάχνεις είναι αυτό και όσα σου λέω είναι για να τρέξεις να το βρεις.
Είμαι άρρωστος και το τέλος μου πλησιάζει. Θα ήθελα να σ' έβλεπα, αλλά προέχει ο αγώνας και ξέρω ότι δίνεις εκεί τις δυνάμεις σου.
Σου δίνω την ευχή μου και να ξέρεις ότι πάντα ήμουν περήφανος για σένα.
Ο δάσκαλός σου
Ο Μάρκος έκλαιγε, έκλαιγε πολύ. Τον Αύγουστο του 1824 είχαν καταστραφεί τα Ψαρά, αυτός είχε αργήσει πολύ και το παιδί της φωτιάς, όπως έλεγε τότε στο ξερονήσι τον Κωνσταντή, δεν ήξερε πού βρισκόταν. Ήταν κάπου ζωντανό, έντεκα τώρα χρόνων παλικαράκι, ή έπεσε αιματοκυλισμένο στην καταστροφή των Ψαρών;

Ζαλισμένος και χαμένος πήρε τον δρόμο για το καφενείο. Αν και γινόταν χαμός από τον ερχομό τόσων αντρών, ρώτησε για τον Σταυριανό και του τον έδειξαν. Καθόταν απόμερα και κάπνιζε βυθισμένος στις σκέψεις, έχοντας μπροστά του ένα ποτήρι ρακή. Φαινόταν να μην έδινε σημασία σε ό,τι συνέβαινε. Τον πλησίασε, του είπε ποιος είναι και, σαν κάθισε απέναντί του, τον ρώτησε για τον Μητροδήμο και την τύχη του μετά την καταστροφή του νησιού.

— Δεν ξέρω, αδελφέ, και πολλά. Το μόνο που άκουσα απ' όσους Ψαριανούς διασώθηκαν κι έφτασαν εδώ με γαλλικό καράβι είναι ότι λίγες μέρες πριν τα γεγονότα είχε πάρει την ετοιμόγεννη γυναίκα του και τους γιους του και είχε φύγει από το νησί. Κανένας δεν ξέρει πού πήγε και πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή, κανένας δεν είναι σίγουρος αν σώθηκε. Όσο για το σκαρί του, την Τασώ, μήτε την είδε έκτοτε κανένας.
— Αδελφέ, θέλω να μου πεις για τον πρώτο του γιο.
— Και σαν τι θέλεις να σου πω; Γιατί ενδιαφέρεσαι;
— Απλά, γιατί ήμουν εκείνος στο ξερονήσι που κρύφτηκε και δεν τον βρήκατε. Αυτός που άναψε τη φωτιά, για να τη δείτε και να έρθετε να πάρετε το παιδί. Αυτός που είχε χαράξει στον βράχο όσα έπρεπε να μάθετε!
— Χριστέ και Παναγιά κι άγιε μου Νικόλα. Εσύ ήσουν μ' αυτό τ' όμορφο παλικαράκι, που τόσο αγάπησε ο καπετάνιος μας και τον έκανε γιο του; Από πού, μωρέ, ερχόσαστε;
— Από την κόλαση, Σταυριανέ. Από τη φωτιά.
— Για φαντάσου! Από τη μια φωτιά στην άλλη ο Κωνσταντής!
— Ακριβώς. Μόνο που τώρα δεν είμαι σίγουρος αν σώθηκε και παγώνει η ψυχή μου.
— Τι σ' έδενε με το παιδί;
— Ήταν γιος της κόρης του ψυχοπατέρα μου και κατάφερα να τον σώσω, όπως μου ζήτησαν, πριν πέσουν όλοι από το μαχαίρι. Πρέπει να τον βρω να του μιλήσω για τη γενιά του.
— Εντάξει, φίλε μου, καταλαβαίνω. Πήγαινε συ στον δρόμο σου και σου υπόσχομαι ότι, αν μάθω κάτι, θα σε ειδοποιήσω. Πανάθεμά με, μου έκλεψε την καρδιά κι εμένα ο Κωνσταντής. Εγώ τον ανέβασα στο μπρίκι μας, εγώ με τον άλλο ναύτη τον έπλυνα και του έδωσα καθαρά ρούχα να ντυθεί, εγώ είδα τον τρόμο στα μάτια του και δεν ήξερα πώς να τον παρηγορήσω. Ποτέ δεν έμαθα πώς παρηγορούνται τα παιδιά που χάνουν τα πάντα με μαχαίρι και φωτιά, όπως δεν έμαθα να παρηγορώ και μένα για το χαμένο μου μάτι και το παράπονό μου το ρίχνω στο πιοτί.
— Αν τον έπλυνες, είδες σημάδι;
— Και φυσικά είδα. Στο δεξί στήθος, προς τη μασχάλη.
— Ακριβώς!

Σηκώθηκαν, έδωσαν τα χέρια, αγκαλιάστηκαν, χτυπώντας ο ένας τον άλλον στην πλάτη, και χώρισαν. Ήταν δυο άντρες, που μέσα στον πόλεμο είχαν φροντίσει μια αθώα ψυχή και την ένιωθαν δική τους. Ο Μάρκος γύρισε στο μύστικο και την άλλη μέρα το χάραμα σάλπαρε για τους δρόμους του αγώνα.

*

Τέλη Νοεμβρίου1830. Ο Μάρκος βρισκόταν στο Ναύπλιο, στην πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους. Η πόλη είχε πια άλλη όψη. Ήταν καθαρή, με μεγαλύτερους και πλακοστρωμένους δρόμους, μ' επισκευασμένα τα σπίτια, τις οχυρώσεις, το φρουραρχείο και τα στρατιωτικά κτήρια στην Ακροναυπλία, μ' επιδιορθωμένο και τακτοποιημένο το Παλαμήδι. Είχε νέα δημόσια κτήρια κι ένας νέος οικισμός, η Πρόνοια, με τον σχεδιασμό του προσωπικού φίλου και συμπατριώτη του Κυβερνήτη, του Σταμάτη Βούλγαρη, απλωνόταν με τα νεοκτισμένα παραπήγματά της έξω από τα τείχη.

Δεν ήταν πια τιμονιέρης. Τώρα δίδασκε γραμματική στην έβδομη κι όγδοη κλάση του αλλοδιδακτικού σχολείου. Συναντιόταν με τον Σταυριανό συχνά κι όλο μιλούσαν για τον Κωνσταντή, σαν να ήταν το ξενιτεμένο παιδί τους. Πήγαινε πού και πού στο ορφανοτροφείο και συναντούσε την Πανωραία, που έπλενε χωρίς λεφτά τα ρούχα των παιδιών, έχοντας τη χαρά ότι και τα δικά της παιδιά είχαν τώρα και να φάνε και να ντυθούν.

Ώσπου, μια μέρα έμαθε ο Σταυριανός ότι ο Μητροδήμος αγόρασε οικόπεδο, για να χτίσει σπίτι στο κέντρο της πόλης. Σκόπευε να φέρει την οικογένειά του, που τώρα έμενε στην Αίγινα. Το σκαρί του, την Τασώ, το είχε κάνει πια εμπορικό και απ' ό,τι φαινόταν είχε πολλούς παράδες.

— Τι θα κάνεις, Μάρκο;, ρώτησε ο Σταυριανός.
— Δεν ξέρω. Θα φροντίσω να τον συναντήσω. Θα μιλήσω μαζί του, για να δούμε τι θα κάνουμε. Δεν είναι σωστό να εμφανιστώ ξαφνικά μπροστά στο παιδί και το καλό του είναι πάνω απ' όλα!
— Σωστά μιλάς! Θα σου κανονίσω μια συνάντηση εδώ, στον καφενέ.

Έτσι κι έγινε. Ο καπετάνιος ήταν περίεργος για το τι τον ήθελε ο δάσκαλος. Είχε μάθει γι' αυτόν ότι ήταν μαθητής τού Βενιαμίν και ότι είχε αποφοιτήσει από την Ακαδημία των Κυδωνιών. Όμως, ξαφνιάστηκε, όταν τον άκουσε να μιλά για τη σχέση του με τον Κωνσταντή. Άκουσε την ιστορία του και πόνεσε. Κατάλαβε γιατί ο γιος του δεν μιλούσε τον πρώτο καιρό, μα ένιωσε θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη για τον Μάρκο.

Ο Σταυριανός πρόσεξε ιδιαίτερα τη μοίρα των δύο ανδρών. Ο Μάρκος είχε γεννηθεί κι ορφανέψει στα Ψαρά και ο Μητροδήμος είχε γεννηθεί στα Ψαρά περίπου την ίδια εποχή. Ο ένας έσωσε τον εγγονό αυτών που τον έκαναν δικό τους παιδί κι ο άλλος τον έκανε γιο του. Ακόμα, τόσο αυτός όσο και ο ψυχοπατέρας του Μάρκου, είχαν το ίδιο όνομα.

— Γιατί δεν ήσουν εκεί στην καταστροφή του νησιού σου;, ρώτησε τον καπετάνιο του.
— Γιατί, Σταυριανέ, διαφωνούσα με τον πόλεμο στη στεριά και δεν ήθελα να βγάλω τα κανόνια από την Τασώ. Έβλεπα και την απροθυμία της κυβέρνησης να μας βοηθήσει και πήρα την απόφαση να σώσω την οικογένειά μου, πηγαίνοντας σε ασφαλή τόπο. Φαντάσου να έμενα και ο Κωνσταντής, που γλύτωσε από την άλλη σφαγή, να χανόταν σ' αυτή τη φωτιά!
— Ίσως έχεις δίκιο, καπετάνιε. Ό,τι έκαμες ήταν καλά καμωμένο!

Ο Μάρκος κι ο Κωνσταντής έπρεπε να συναντηθούν. Ίσως έτσι το παιδί θυμόταν κι ανακουφιζόταν από τον τρόμο, που τον κρατούσε ερμητικά κλεισμένο στα υπόγεια της ψυχής του. Είπαν να το κανονίσουν, όταν θα τέλειωνε το πρότυπο σχολείο, πριν φύγει για σπουδές στην Ιταλία, καθότι μάθαινε και ιταλικά. Για να πάρει τον χρόνο του και να μπορέσει ν' ακούσει την αλήθεια. Και η Τασώ, η ψυχομάνα του, δεν θα μάθαινε ακόμη τίποτε.

*

Αρχές Ιουνίου1833. Η Τασώ καθόταν στο μεγάλο δωμάτιο υποδοχής στο ισόγειο του καινούριου διώροφου πέτρινου σπιτιού στο Ναύπλιο κι έγνεθε. Τα μικρότερα αγόρια ήταν έξω κι έπαιζαν κι ο Κωνσταντής ήταν πάνω στο δωμάτιό του και μελετούσε. Σε λίγες μέρες θ' αποφοιτούσε και μετά θα έφευγε για την Πάδοβα, για να σπουδάσει νομικά. Ο Μητροδήμος με τα λεφτά του τα είχε κανονίσει όλα.

Όταν είδε τον άντρα της να μπαίνει με δυο ξένους, παραξενεμένη άφησε τη ρόκα και σηκώθηκε. Αυτός πρώτα τη φίλησε με αγάπη, γιατί εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένος μαζί της, και στη συνέχεια της γνώρισε τους μουσαφιραίους, που τους καλωσόρισε με το πρόσχαρο ύφος της καπετάνισσας στο σπιτικό της και πήγε να φέρει τα κεράσματα. Βολεμένος ο Μάρκος σ' έναν ξύλινο καναπέ μ' ένα υπέροχο υφαντό, καρδιοχτυπούσε αναψοκοκκινισμένος, ενώ ο Σταυριανός δίπλα του έστεκε ήρεμη δύναμη.

Σαν έφτασαν τα τραταρίσματα κι έγιναν οι προπόσεις, ξεκίνησε να μιλά πρώτος ο Μητροδήμος. 

— Γυναίκα, έφτασε η ώρα της αλήθειας και θα στην πω στα ίσα. Ο Μάρκος από δω είναι ο άνθρωπος που έσωσε τον Κωνσταντή μας. Μαζί του ήταν εκεί που τον βρήκα και τώρα θέλει να τον δει, να του μιλήσει. Τι λες εσύ; Εσύ είσαι η μάνα του, γιατί εσύ τον αγάπησες, τον κοίμησες στην αγκαλιά και τον φρόντισες μαζί με τ' άλλα παιδιά μας, κι εσύ αποφασίζεις.

Η Τασώ έμεινε κεραυνοβολημένη. Προς στιγμήν αισθάνθηκε ανασφαλής κι ένιωσε μια απειλή να γιγαντώνεται στη σκέψη της. Όμως, ο άντρας της, που την κατάλαβε, έσπευσε να συμπληρώσει:

— Σκέψου ότι το παιδί δεν το βρήκαμε αποδιωγμένο από τη γενιά του, το βρήκαμε να έχει μείνει ολομόναχο μέσα στη συμφορά της σφαγής. Έχει το δικαίωμα να μάθει ποιος είναι κι από πού έρχεται. Ίσως ο Μάρκος καταφέρει να τον συμφιλιώσει με τον πόνο του, ώστε να πάψει να φωλιάζει στα μάτια του. Τασώ μου, δεν αντέχω να βλέπω τον γιο μας θλιμμένο. Το ξέρω, είναι καλό παιδί, μα έχει πολύ πόνο!
— Εντάξει, άντρα μου! Ίσως έχεις δίκιο! Η Παναγιά να βοηθήσει! Θα τον φωνάξω!

*

Ήταν όμορφο παλικάρι ο Κωνσταντής. Λυγερόκορμος και φωτεινός. Ο Μάρκος, σαν τον είδε να κατεβαίνει, έμεινε έκπληκτος. Ήταν ίδιος με την μάνα του, την όμορφη Ελισσώ, την κόρη του Χατζηστάθη, είχε την κορμοστασιά του παππού του, μα το φλογερό βλέμμα του Παρασκευά, του πατέρα του. Έτρεμε σύγκορμος, όταν πλησίασε να τον χαιρετίσει. Είχε καταπιεί τη γλώσσα του και το μόνο, που μπόρεσε να ψελλίσει, ήταν Κωνσταντή, άρχοντα μου! και να του σφίξει το χέρι. Ήθελε να τον αγκαλιάσει, μα δεν το τόλμησε. Δεν ήθελε να τον ξαφνιάσει. Όλοι τους κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα.

— Ποιος είσαι και γιατί με αποκαλείς άρχοντα σου, είπε με απορία ο Κωνσταντής και κάθισε στην άκρη του καναπέ.
— Ο Μάρκος είμαι, ο ψυχογιός του παππού σου, του Ιωάννη Χατζηστάθη από τις Κυδωνίες. Θέλω να σου μιλήσω για όσα συνέβησαν δώδεκα χρόνια πριν, τον ίδιο μήνα. Είσαι πια μεγάλος και δικαιούσαι να μάθεις. Δεν ξέρω τι θυμάσαι και τι μνήμες έχεις από τότε.

Ο Κωνσταντής στην αρχή δεν μπόρεσε ν' αρθρώσει λέξη. Σε λίγο έσπασε τη σιωπή, λέγοντας ότι όλα είναι μπερδεμένα στη μνήμη του κι ακαθόριστα. Ότι, όταν προσπαθεί να θυμηθεί, ακόμη και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, είναι σαν κάτι να τον εμποδίζει.

— Τι είναι αυτό, παιδί μου, τι νιώθεις;
— Είναι σαν να πνίγομαι από μεγάλο φόβο, που τανάλια με σφίγγει στον λαιμό, σαν να θέλω να μιλήσω και δεν μπορώ! Φωτιές φαίνονται και ουρλιαχτά ακούγονται στο μυαλό μου!

Ο Μάρκος κατασυγκινημένος τον πλησίασε, του έπιασε με αγάπη τα χέρια και του είπε:

— Θέλεις, ψυχή μου, να μ' ακούσεις. Θα στα πω όλα σαν παραμύθι και μετά εσύ θα κρίνεις.

Έφερε ένα σκαμνί, κάθισε απέναντί του και ξεκίνησε την αφήγηση.

— Ήταν από τα σημαντικότερα εμπορικά και πολιτισμικά κέντρα της Μικράς Ασίας τότε που γεννήθηκες, οι Κυδωνίες ή το Αϊβαλί, όπως το έλεγαν οι Οθωμανοί. Σ' αυτή την πόλη κατοικούσαν μόνο Έλληνες, που πλήρωναν χαμηλούς φόρους, και λιγοστοί διοικητικοί υπάλληλοι Τούρκοι. Ήταν μια μικρή δημοκρατία, που διοικούνταν από τη δημογεροντία, και είχε τη δική της νομοθεσία, πάντα υπό την προστασία του Σουλτάνου. Σ' αυτήν έρχονταν να ζήσουν από τ' άλλα μέρη όσοι τα έβρισκαν δύσκολα.
Όμως, αυτή η πόλη ήταν και το καταφύγιο των κοντραμπατζήδων, που τους αγαπούσαν όλοι, πλην της εξουσίας, γιατί είχαν το θάρρος να τα βάλουν μαζί της και να ρισκάρουν την ελευθερία τους. Αυτοί πουλούσαν στον κόσμο φθηνότερα προϊόντα, που είχαν υψηλή φορολογία, όπως χρυσό, μετάξι, ασήμι, τσιγαρόχαρτα, καπνό, όπλα, ρούχα και υφάσματα, κι έκαναν τις δουλειές τους νύχτα με τα καΐκια τους, που είχαν σκούρα κατάρτια, για να μην φαίνονται στο σκοτάδι. Στην πραγματικότητα βοηθούσαν τη μεσαία και την κατώτερη τάξη με τη λειτουργία της παραοικονομίας που έβαζαν στην κοινωνία, έκαναν πολλές αγαθοεργίες και προίκιζαν κοπέλες ή έδιναν υποτροφίες για να σπουδάζουν τα παιδιά των φτωχών.
Ο παππούς σου, ο Ιωάννης Χατζηστάθης, με καταγωγή από τη Χίο, ανήκε στην ανώτερη τάξη. Είχε από τον πατέρα του μεγάλη περιουσία με λιοστάσια, λιοτρίβια και σαπωνοποιία. Είχε σπουδάσει στην Πάδοβα νομικά. Ήταν ένας από τους τρεις δημογέροντες. Δίκαιος και σοφός, που όλοι τον εμπιστεύονταν. Είχε παντρευτεί τη Γιάννα Μπιλιώρη, κόρη μεγάλου επιχειρηματία των Κυδωνιών, ευγενική και καλλιεργημένη, σωστή αρχόντισσα. Απέκτησαν έναν γιο, που πέθανε στα δέκα του χρόνια από ψηλό πυρετό και μια κόρη μικρότερη. Έντεκα χρόνων, όταν πήγα ορφανός από τα Ψαρά στη δούλεψή τους, αυτή πενθούσε τον γιο της και την Ελισσώ τη βρήκα πεντάχρονο κορίτσι. Σαν με πρωτοείδε ορφανό και πονεμένο στο σπίτι της, με αγκάλιασε στοργικά και μ' αγάπησε σαν μάνα μου.
Η Ελισσώ, που την είχα σαν αδελφή, και, μεγαλώνοντας είχε γίνει πανέμορφη, ερωτεύτηκε τον Παρασκευά Μαυρόδρακο, τον γιο ενός κοντραμπάση, που έμενε στην κάτω συνοικία. Ήταν λεβέντης, τολμηρός και με βλέμμα φλογερό. Σπούδαζε στην Ακαδημία της πόλης και, όταν είχε χρόνο, δούλευε σ' ένα από τα δυο καΐκια του πατέρα του και, φυσικά, όπως κι εκείνος, είχε θέματα με την εξουσία, κυρίως του Σουλτάνου. Ο Χατζηστάθης ήταν ανοιχτό μυαλό και δεν στάθηκε εμπόδιο στον γάμο τους. Άλλωστε, τον πατέρα του Μαυρόδρακου, τον Κωνσταντή, τον είχε βοηθήσει πολλές φορές ως νομικός στα νιτερέσα του, αλλά και στα προβλήματα που είχε ως κοντραμπάσης. Τον εκτιμούσε, αλλά πολύ περισσότερο εκτιμούσε το φιλοπρόοδον του γιου του, του Παρασκευά, και την καλλιτεχνική φύση που διέθετε. Στη σχολή της Παναγίας των Ορφανών είχε διδαχθεί ευρωπαϊκή μουσική και κλασικό θέατρο.
Συμφώνησε κι ο γάμος έγινε στην εκκλησία του Ταξιάρχη, τον Ιούλιο του 1814. Γάμος λαμπρός και πλούσιος, με νύφη και γαμπρό παράφορα ερωτευμένους και τρισευτυχισμένους. Τις πρώτες μέρες του Ιουνίου, τον επόμενο χρόνο, ήρθες στον κόσμο του λόγου σου. Ήσουν η χαρά και το φως όλων μας. Όλοι σε λατρεύαμε και σε χαϊδεύαμε. Μεγάλωνες, όντας το κέντρο της ζωής μας. Ήσουν πολύ δεμένος μαζί μου και τριγυρνούσες διαρκώς στα πόδια μου. Όλα ήταν καλά κι ευλογημένα.
Μέχρι που κάτι σαν ν' άρχισε ν' αλλάζει στην πόλη μας. Οι Κυδωνιάτες όλο κρυφομιλούσαν και οι Οθωμανοί φαίνονταν θυμωμένοι. Λεγόταν ότι κάποιοι είχαν έρθει και μιλούσαν για μια μυστική οργάνωση, που θα προετοίμαζε μυστικά τον ξεσηκωμό του Έθνους. Πολλοί είχαν μυηθεί και είχαν ορκιστεί πίστη κι εχεμύθεια. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο παππούς σου, ο πατέρας σου κι εγώ. Ένα αόρατο δίχτυ, που ανάμεσά του πηγαινοερχόταν η ελπίδα της λευτεριάς, είχε καλύψει την πόλη μας.
Ο πατέρας σου κάποιο βράδυ φθινοπώρου του 1820 βρέθηκε στο καΐκι του παππού σου, του Κωνσταντή, την ώρα που έγινε γιουρούσι από κάποιους ζεϊμπέκηδες. Δεν μπόρεσε να σώσει τον πατέρα του, αλλά και ο ίδιος ξεψύχησε από το μαχαίρι τους. Τα πτώματα ρίχτηκαν στη θάλασσα και κείνο το πλεούμενο, όπως και τ' άλλο, που είχε ο Μαυρόδρακος, ζώστηκαν στις φλόγες της φωτιάς.
Τους έκλαψαν όλοι τους σφαγμένους, μα προπάντων τον πατέρα σου, που άφηνε πίσω του μια τόσο νέα γυναίκα χήρα κι έναν πεντάχρονο γιο ορφανό. Η μάνα σου είχε βυθιστεί στην απελπισία κι απαρηγόρητη θρηνούσε. Και συ, μικρό παιδί, που δεν καταλάβαινες και πολλά, παρά μόνο τη δυστυχία, που περίσσευε γύρω σου, μόνη παρηγοριά είχες μένα, που σε ανέβαζα στην άμαξα και σε πήγαινα βόλτα.
Ο παππούς σου, ο Ιωάννης, μου είπε μια μέρα ότι τον παππού σου, τον Κωνσταντή, τον έφαγαν οι Τούρκοι, γιατί είχαν πληροφορίες ότι μετέφερε κρυφά στα νησιά όπλα. Ότι έβαλαν να τον βγάλουν από τη μέση και ότι μαχαίρωσαν και τον γιο του, που βρέθηκε εκεί, για να ψάξουν να τα βρουν. Γι' αυτό κι έκαψαν τα καΐκια.
Σε λίγους μήνες ξέσπασε η επανάσταση στον Μωριά. Ο ελληνικός στόλος είχε έρθει κοντά μας και η πεθυμιά της λευτεριάς είχε κυριεύσει την ψυχή των Κυδωνιατών. Όταν, τέλη του Μάη, ο Ψαριανός Παπανικολής πυρπόλησε το τουρκικό δίκροτο στην Ερεσσό της Λέσβου, η αφορμή δόθηκε και το σκοτάδι της εκδίκησης έκρυψε τον ήλιο.
Ο παππούς σου, ο Ιωάννης, θα μπορούσε να είχε φύγει, μα ήταν παλικάρι κι έμεινε δίπλα στους συντοπίτες του. Η μάνα σου δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί να σε πάρει και να σωθείτε. Το μόνο που έκανε ήταν να πηγαίνει κάθε μέρα στον τάφο του πατέρα σου και να ουρλιάζει από τον πόνο. Και η ψυχομάνα μου, η καλή μου Γιάννα και γιαγιά σου, είχε αποφασίσει να μείνει δίπλα στον άντρα της.
Όμως, ήθελε να σωθείς εσύ και μου ανέθεσε να σε σώσω εγώ. Μου έδωσε οδηγίες για το πώς θα κινηθώ μαζί σου κι ένα πουγκί με λίρες. Της ορκίστηκα στην ψυχή της μάνας μου, που δεν είχα γνωρίσει, ότι θα τα κατάφερνα να μείνεις ζωντανός.
Ήταν 2 Ιουνίου του 1821 που ο τουρκικός στρατός, μαζί με ζεϊμπέκηδες και ταγκαλάκια, μπήκαν στην πόλη κι άρχισαν τη σφαγή. Μετά το μεσημέρι φτάσανε στο σπίτι του σεβαστού δημογέροντα. Ο παππούς σου τους περίμενε στο γραφείο του. Η μάνα σου παραλογισμένη καθόταν σε μια καρέκλα απέναντι κι αρνιόταν να φύγει.
Την ώρα που τα σώματά τους έπεφταν αποκεφαλισμένα στο πάτωμα και κραυγές ακούγονταν από παντού, εγώ με σένα είχαμε πάρει τον δρόμο μας. Η γιαγιά σου, αφού μας είχε φιλήσει και μας είχε σταυρώσει, είχε γυρίσει πίσω για να πέσει κι αυτή άψυχη από κάποιο γιαταγάνι, δίπλα στον άντρα της και στη μονάκριβη κόρη της.
Εμείς, ακολουθώντας την υπόγεια διαδρομή, φτάσαμε αργά το δειλινό στο λιμάνι. Σε κράταγα σφιχτά από το χέρι κι εσύ όλο έκλαιγες. Γύρω μας φωνές, ουρλιαχτά, κακό, χαλασμός και φωτιές. Όλοι προσπαθούσαν να σωθούν και οι αιμοβόροι φανατισμένοι παίρναν τα κεφάλια. Είχε πέσει το σκοτάδι και τα καράβια που διέκρινες δεν ήξερες τι ήταν. Σε κρατούσα αγκαλιά κι εσύ είχες γαντζωθεί πάνω μου.
Ξάφνου ένα χέρι μ' άρπαξε από τον λαιμό και σήκωσε το μαχαίρι: Άπιστε, θα σε στείλω στον Αλλάχ. Λυπήσου το παιδί μου, εσύ δεν έχεις παιδί; Σαν να το σκέφτηκε και κατέβασε το λεπίδι. Έχω, και το σκέφτηκα. Δεν θα σας σφάξω. Θα σας ανεβάσω στο καράβι μου.
Μας έδεσε, μας έριξε σε μια βάρκα γεμάτη δυστυχισμένους, που δυο άτακτοι στρατιώτες με χαντζάρες γελώντας τους παίρνανε τα κεφάλια και μετά πέταγαν τα κουφάρια στη θάλασσα, και μας ανέβασε τραβώντας μας σ' ένα μεγάλο πλεούμενο, ενώ εσύ είχες γίνει ένα με μένα πάνω στο στήθος μου.
Γλεντούσαν πάνω και χόρευαν με καθαρά σπαθιά. Πού τους βρήκες καπετάνιε; Τι θέλεις να τους κάνουμε; Μην τους πειράξετε. Έχετε πλύνει τα μαχαίρια. Απόψε λύνουμε τις άγκυρες προς τον νότο. Φέρτε να τους ντύσουμε δικά μας ρούχα και να τους αφήσουμε κοντά σ' ένα μικρό βραχονήσι, που μόνο θαλασσοπούλια ζουν. Θα πεθάνουν, γιατί κανένας δεν θα περάσει από κει. Μα, κι αν περάσει και είναι δικός τους, μόλις τους δει μ' αυτά τα ρούχα θα φύγει. Αν πάλι είναι δικός μας, θα τους καταλάβει και θα τους χαλάσει αυτός. Έτσι κι έγινε. Αργά τα μεσάνυχτα μέσα σε μια σάπια βάρκα μάς άφησαν στην τύχη μας.

Όση ώρα άκουγε ο Κωνσταντής, η ψυχή του άνοιγε, το μυαλό του ξεκλειδωνόταν και οι μνήμες τον πλημμύρισαν. Τα υπόλοιπα που άκουσε του φάνηκε πως τα ήξερε. Όταν ο Μάρκος τελείωσε, σηκώθηκε και, ανοίγοντας τα χέρια, έπεσε στην αγκαλιά του, καθώς στο μεταξύ είχε σηκωθεί κι αυτός. Τα δάκρυα έσταζαν στο πάτωμα βρύσες και ο χρόνος έγινε ένας. Το παρελθόν είχε συναντήσει το παρόν στη μνήμη και στην ψυχή, μέσα σ' ένα τρυφερό κουκούλι συναισθημάτων.

— Μάρκο μου, είσαι η οικογένειά μου, είσαι εκείνος που μ' έσωσε από την κόλαση. Σ' αγαπώ. Αλλά κι εσύ είσαι ο πατέρας, που μ' ανάστησε, είπε και γύρισε κι αγκάλιασε τον Γιάννο. Κι εσύ είσαι η μάνα μου, που με φρόντισε και μου έδωσε αγάπη, συνέχισε και χώθηκε στην αγκαλιά της Τασώς. Κι εσείς είστε τ' αγαπημένα μου αδέλφια, είπε κι αγκάλιασε τα μικρά, που στο μεταξύ είχαν γυρίσει από το παιχνίδι κι απορούσαν που ο μεγάλος τους αδελφός έκλαιγε στην αγκαλιά όλων.
— Είσαι ο γιος μας, Κωνσταντή μου, είπαν ο Μάρκος και ο Γιάννος. Είσαι η ιστορία του γένους μας, είσαι η ιστορία της προσφυγιάς, είσαι το μέλλον, που θα είναι καλύτερο. Σ' αγαπούμε και υποσχόμαστε να σε βοηθήσουμε να γίνεις αντάξιος των προγόνων σου, που η ζωή τους κόπηκε βίαια για την τόλμη τους να θελήσουν την ανάσταση του έθνους μας.

Η Τασώ τον έσφιξε στην αγκαλιά της και τρέμοντας του είπε:

— Είμαι περήφανη και καμαρώνω που είσαι γιος μου, που αξιώθηκα να μεγαλώσω έναν τέτοιο λεβέντη, ένα παιδί ηρώων!

Εκείνο το βράδυ είχαν μεγάλη γιορτή στο σπίτι του καραβοκύρη, γιατί ο πρωτογιός του είχε πια λευτερωθεί και δεν είχε φόβο και θλίψη στη ματιά. Όλοι είχαν ξαναβρεί τον Κωνσταντή κι αυτός τον εαυτό του. Αλλά κι ο Σταυριανός, που πάντα ήταν περίεργος στη σκέψη του, είχε προσέξει ότι ο μήνας Ιούνιος ήταν σημαδιακός για τη ζωή του Κωνσταντή. Ιούνιο γεννήθηκε, Ιούνιο έχασε την οικογένειά του και τη μνήμη της συμφοράς, Ιούνιο βρήκε μια νέα οικογένεια, Ιούνιο βρήκε αυτόν που τον έσωσε και τον βοήθησε να ενώσει τον κομμένο χρόνο της μνήμης του.

*

Ο Κωνσταντής έφυγε για σπουδές και πίσω οι πατεράδες του αγόρασαν οικόπεδο στην Πρόνοια και του έχτισαν ένα όμορφο σπίτι. Αρνήθηκε να πάει πίσω στις Κυδωνίες, που ήταν η περιουσία του παππού του Ιωάννη. Τους τιμούσε όλους με μνημόσυνο τη μέρα της σφαγής στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας κι έζησε στο Ναύπλιο, διακριθείς ως δικηγόρος. Απόκτησε μόνο μια κόρη, που της έδωσε τ' όνομα Ιωάννα. Άλλωστε, αυτό πλεόναζε και στη βιολογική και στη θετή οικογένειά του. Ιωάννης, Γιάννα, Γιάννος, όπως είχε παρατηρήσει και ο Σταυριανός.

Η Ιωάννα, απόκτησε δυο κόρες, που η μια έκανε πολλούς γιους και στον τελευταίο έδωσε τ' όνομα Ιωάννης. Αυτού η κόρη, τρισέγγονη του παιδιού της φωτιάς, που είχε κι αυτή γιο Γιάννη και ήταν νομικός, άνοιξε την αυλαία του χρόνου. Το έκανε, γιατί κάθε που άκουγε για το Αϊβαλί, ένιωθε να σπαράζουν τα σωθικά της και θρηνούσε απαρηγόρητη, μην μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει και από πού της έρχεται αυτή η συμφορά. Έψαξε πίσω, φώτισε τον χρόνο και βρήκε τον προπροπάππου της. 

Το μαχαίρι, η φωτιά και η προσφυγιά δεν έχουν χρόνο ούτε τόπο. Είναι πάντα μια τραγική και αντιανθρώπινη εκδοχή της ζωής, που οδηγεί στη ζοφερή κόλαση!


Copyright © Ελένη Σταθοπούλου All rights reserved
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το διήγημα περιέχεται στην συλλογή της ίδιας Το παιδί της φωτιάς και άλλα διηγήματα, που κυκλοφόρησε από την Anima εκδοτική.
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης Λίλας Στεργιοπούλου [ακρυλικό σε καμβά]

Γράμμα προς τον Κόσμο: Τριάντα σταγόνες φωτός και σκότους

Γράμμα προς τον Κόσμο της Emily Dickinson

Ένα ακόμα κλασικό έργο από τις αγαπημένες εκδόσεις Συρτάρι, που αφορά το έργο της Emily Dickinson, σε μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο Χρίστου Χαλικιά. Το Γράμμα προς τον Κόσμο: Τριάντα σταγόνες φωτός και σκότους είναι μία συλλογή τριάντα αντιπροσωπευτικών έργων της Ντίκινσον και μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να προσεγγίσει κανείς το έργο της χωρίς να χρειαστεί να διαβάσει τα πάνω από 1,800 ποιήματά της!

Με δυο λόγια, η Έμιλι Ντίκινσον πέρασε τη ζωή της κλεισμένη στο δωμάτιό της σε μια μικρή επαρχιακή πόλη κι εκεί, παρέα με τον εαυτό της, έγραψε αυτή την πλούσια παρακαταθήκη μιλώντας για τη μοναξιά (της), τον θάνατο, την ψυχή και την αιωνιότητα αλλά και τη φύση. Τα ερωτήματά της πρωτοστατούν και μια –άλλοτε εμφανής κι άλλοτε υποδόρια– εσωτερικότητα διακρίνεται ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της πένας της· φυσικά, ταυτόχρονα με τη μελαγχολική ατμόσφαιρα και διάθεσή της ή και την καταθλιπτική της τάση.

Ο Απόστολος Γιώτας και το Κάτι

Απόστολου Γιώτα Κάτι και φωτογραφία του ίδιου

Τις τελευταίες βδομάδες κάθομαι απέναντί του και τον παρατηρώ. Πάντα το έκανα αλλά συνήθως προσπαθούσα να υποκρίνομαι πως δεν του έδινα ιδιαίτερη σημασία. Αυτόν τον καιρό, όμως, δεν χρειάζεται να προσποιούμαι, δεν δείχνει καν να συνειδητοποιεί ότι είμαι εκεί. Κοιτάει μια οθόνη και κάπου κάπου πατάει κάποια κουμπιά αν και την περισσότερη ώρα απλώς κοιτάει. Καμμιά φορά τον ακούω να μουρμουρίζει και τεντώνω τα αφτιά μου μήπως και καταλάβω τι λέει αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Δυο τρεις φορές τον έχω δει να σκουπίζει τα μάτια του και πάνω που αρχίζω να ανησυχώ μήπως είναι στενοχωρημένος για κάτι, αυτός βάζει τα γέλια.

— Χα, χα, χα! Α χα χα! Ρε τον μαλάκα, τι μαλάκας!

Δεν απευθύνεται σε κάποιον και η αλήθεια είναι πως με τρομάζει αλλά από την άλλη δείχνει χαρούμενος. Μου αρέσει πολύ να τον βλέπω χαρούμενο γιατί τον έχω δει και πολύ λυπημένο στο παρελθόν και δεν ήταν καθόλου ωραίο θέαμα.

Όχι άλλο κάρβουνο

Αφίσα της παράστασης Όχι άλλο κάρβουνο

Η σάτιρα από τις ιδιαίτερες πένες των Παπαθανασίου και Ρέππα σημαίνει ότι θα δούμε κάτι επίκαιρο και δημιουργικό και κυρίως έξυπνο.

Έτσι και το Όχι άλλο κάρβουνο που έκανε έναν γύρο και στην επαρχία και ξαναγυρνάει στην έδρα του μαζί με όλους εμάς που γυρίσαμε στην καθημερινότητά μας.

Η σιωπή του θανάτου

Μαρίας Καρυτινού

Έργο τέχνης Στέλλας Κατεργιαννάκη [Gone, λάδι σε καμβά]

Ο θάνατος ήρθε αθόρυβα,
σαν νύχτα χωρίς ουρανό.
Πήρε την αγάπη απ' τα χέρια μου,
κι άφησε πίσω κενό.

Δεν είπε λέξη, δεν ζήτησε χρόνο,
δεν άφησε ίχνος να βρω.
Μονάχα ένα σπίτι που ξέχασε
πώς είναι ν' ακούει σ' αγαπώ.

Τα φτερωτά σανδάλια

Στέφανου Αλεξιάδη Τα φτερωτά σανδάλια

Το σημερινό βιβλίο απευθύνεται στους έφηβους φίλους μας, αλλά μπορεί να διαβαστεί από όλους, πράγμα που το εύχομαι. Κεντρικός ήρωας της ιστορίας μας είναι ο Φοίβος. Ζει στη Θεσσαλονίκη και αποτελεί κομμάτι μιας μονογονεϊκής οικογένειας. Είναι ώριμος για την ηλικία του, είναι αισιόδοξος όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε και όπως μαρτυράει το εξώφυλλο του βιβλίου, είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο.

Ο Φοίβος λατρεύει τα επιτραπέζια παιχνίδια και θέλει να γίνει ηθοποιός. Νοιάζεται για όλους και με τον τρόπο ζωής του παραδειγματίζει. Νιώθει να «χαλάει» και να «μισεύει» τις στιγμές των οικείων του, νιώθει περίεργα ενόσω η ζωή της οικογένειας κινείται γύρω από εκείνον και το κινητικό του πρόβλημα και πασχίζει να κάνει τη μαμά του να χαμογελάει.

Της δύσης η υπόσχεση

Ευαγγελίας Αλιβιζάτου

Έργο τέχνης Αγγελικής Παπακωνσταντίνου [Κόκκινη γραμμή (Red line), ακρυλικό σε καμβά]

Βασίλεψε ο ήλιος και πήρε την απόφαση, να τρέξει να κρυφτεί.
Σκυτάλη δίνει στο σούρουπο να δείξει καλοσύνη, στον σκυθρωπό
του έρωτα τον άνθρωπο τον μόνο.

Προσκύνημα ερωτικόν

Άννας Πούδη

Κώστα Ευαγγελάτου [Ανάδυση στο φως]

Σκύβω, φιλώ το μέτωπό σου.
Υγρό απ' το καλοκαίρι, στάζει.
Κυλάει ζεστό.
Χάδι θεϊκό στα χέρια κατεβαίνει.
Στην αφή, ρίγος ξεθαρρεύει.
Γαϊτανάκι ερωτικό μάς στροβιλίζει.

🍂

Copyright © Άννα Πούδη All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης Κώστα Ευαγγελάτου [Ανάδυση στο φως]