Μαρίας Καρυτινού
Τα χρόνια μπορεί να περνούν αλλά τα βιώματα, οι πόνοι της ψυχής μας, τα όνειρά μας, οι προσδοκίες μας που δεν εκπληρώθηκαν ή που πιθανόν δεν βρήκαν ανταπόκριση, αφήνουν σταγόνες πίκρας πάνω στα χείλη μας. Η ζωή δεν είναι αιώνια. Αιώνια όμως είναι η ψυχή που δεν ξεχνά, δεν λησμονεί, αλλά που πολλές φορές λυπάται, οδύρεται, γιατί αναζητά μια ανάσα, μια πνοή αληθινή, καθάρια, ονειρική, μια γεύση γλυκιά, ένα ξανθό στάχυ μέσα στην αλμύρα της μοναξιά μας. Έτσι έρχεται η στιγμή που κάποιος ανοίγει το παράθυρο της ψυχής του για να συναντήσει λίγο φως, αλλά εκείνο που συναντά είναι η υποκρισία, το ψέμα, το ψέγος… Και αναρωτιέσαι, πώς πέρασαν τα χρόνια με φρούδες ελπίδες, με ζωή χωρίς κατανόηση, χωρίς αύριο. Κι αν υπήρχαν, εσύ δεν τα συνάντησες, δεν σκόνταψες στο διάβα τους… Τα προσωπεία, οι μάσκες λυγίζουν. Η αλήθεια έρχεται πια καθάρια μπροστά σου… και διερωτάσαι πώς έφτασα ως εδώ… Για ποιους πάλεψα; Η νεότητα έχει πια υποχωρήσει. Όλοι πήραν από μένα, όλοι με στράγγιξαν, όλοι διεκδίκησαν, απαίτησαν, άρπαξαν. Και τώρα τι απέμεινε πια...
Τα ξύλα τριζοβολούν μπροστά στο τζάκι, οι φλόγες γλύφουν τις στάχτες που ρίχτηκαν ολόγυρα, κι εγώ κοιτάζω το παρελθόν που έφυγε και το αβέβαιο μέλλον. Πόσο άραγε πλήρης, ολοκληρωμένος, είμαι; Το παρελθόν μακρύ, το μέλλον στενό, αβέβαιο, ρευστό. Τι μου μένει να λάβω; Τι μου μένει ακόμη να δώσω; Θόρυβοι ακούγονται έξω από την πόρτα. Tα σκυλιά ορθώνονται και προσμένουν το χτύπημα. «Θα υπάρξει, άραγε» αναρωτιέμαι, και κοιτάζω ακόμη συλλογισμένος τις φλόγες που αργοσβήνουν πάνω στην καρδιά μου. Αυτή ήταν η ζωή μου, αυτό ήθελα, αυτό πήρα.