Μαρίας Καρυτινού
Για όσους προσμένουν να
βρουν την αγάπη, έστω κι
αργά...
Το φως του απογεύματος έπεφτε γλυκά πάνω στα παλιά ξύλινα πατώματα του σπιτιού, δημιουργώντας σκιές που έμοιαζαν να χορεύουν στον ρυθμό μιας σιωπηλής μελωδίας. Η Ελένη, στα πενήντα της πλέον χρόνια, στεκόταν μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας, κρατώντας μια ζεστή κούπα καφέ. Έξω, ο κήπος της Αθήνας μοσχοβολούσε από νυχτολούλουδα και ο θόρυβος της πόλης έφτανε στ' αφτιά της σαν ένας μακρινός ψίθυρος.
Για πολλά χρόνια η σιωπή αυτού του σπιτιού δεν ήταν γλυκιά, παρά βαριά, ασήκωτη σαν πέπλο που σκέπαζε κάθε της όνειρο. Μετά το διαζύγιο, κοντά στα σαράντα της, η Ελένη ένιωθε πως το βιβλίο της ζωής της είχε κλείσει οριστικά, αφήνοντας τις τελευταίες σελίδες του λευκές και άδειες.
Η μοναξιά είχε τη σάρκα μιας εσωτερικής παγωνιάς, ώστε ν' αναρωτιέται αν η ύπαρξή της έχει αξία, καθώς όσα γνώριζε τσακίστηκαν στο χθες. Πολλές νύχτες, ακούγοντας τραγούδια που μιλούσαν για χαμένους έρωτες, ένιωθε πως ο Θεός την είχε ξεχάσει σε μια απόμακρη γωνιά του σύμπαντος. Όμως, η πίστη της, αν και τσακισμένη, δεν είχε σβήσει, γι' αυτό και ζητούσε ένα καινούριο μονοπάτι, μια διέξοδο από το κενό που μάστιζε την καθημερινότητά της.