Μαρίας Καρυτινού
Η αγάπη την έσπρωξε να σκεφτεί τη μοναξιά του, το δικό του μονοπάτι που αντιλαμβανόταν πως δεν θα 'χε γυρισμό. Ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ήταν όλα όσα ζητούσε και πόθησε μέχρι τώρα, αλλά δεν τόλμησε να του αποκαλύψει ποτέ μέχρι πρότινος. Φοβόταν την αντίδρασή του, τις ελπίδες που ίσως κρατούσε ακόμη μέσα του, αλλά για κείνη ήταν φρούδες, δουλοπρεπείς, άκαρπες. Έμεινε ξάγρυπνη και τούτη τη νύχτα. Τον ονειρεύτηκε να είναι δικός της κι όταν ξύπνησε είδε με λύπη πως δεν είχαν μέλλον, κοινό προορισμό. Γι' αυτό και έμεινε συλλογισμένη, κοιτάζοντας μέσα στον θάλαμο του νοσοκομείου το σώμα του πάνω στο στρώμα. Εκείνη, η γυναίκα του, ήταν εκεί.
Ξαγρυπνούσε μαζί του. Του κρατούσε το αδύναμο χέρι του. Η ίδια δεν είχε τίποτα να του προσφέρει, παρά μόνο αγάπη κι ένα χάδι, ένα προσωρινό βάλσαμο… τίποτε άλλο. Στάθηκε, για ώρα, πολύ έξω από την πόρτα του θαλάμου, κοιτάζοντας το θολό τζάμι κι ακούγοντας τον ψίθυρο των λέξεων της άλλης γυναίκας. Χάιδεψε με το βλέμμα της το πρόσωπό του, τα χέρια του, τις σκέψεις του που 'ταν σκόρπιες, χωρίς προορισμό.