Ελένης Σταθοπούλου
Ο ήλιος είχε μεσουρανήσει στον Μπουρνόβα. Ο Πέτρος Παύλογλου καθόταν σ' αναμμένα καρφιά. Η κόρη του με την πεθερά του δεν είχαν φανεί ακόμη. Δεν μπορούσε να περιμένει. Το παιδί από το καΐκι είχε έρθει να του πει ότι ο καπετάνιος είπε: Κάντε γρήγορα! Πρέπει οπωσδήποτε να σαλπάρουμε, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλή! Τα πράγματα είχαν φορτωθεί και η Αγγελίνα με τον Αριστείδη και τον Στέφανο ήταν εκεί και τον περίμεναν.
Είχε γυρίσει πίσω να βρει τον Λευτέρη. Με τη μάνα του τον είχαν χαιρετήσει το πρωί. Εκείνη είχε χυθεί στην αγκαλιά του και, κλαίγοντας, τον σταύρωνε συνέχεια, ενώ τα μάτια της τρέχανε βρύσες. Δεν μπορούσε να την ξεκολλήσει από πάνω του. Το ίδιο έκαναν και τ' αδέλφια του. Χωμένα στην αγκαλιά του κλαίγανε. Αυτός τον αγκάλιασε, τον χτύπησε στην πλάτη και του ψιθύρισε, βαθιά συγκινημένος από την καρδιά του που ράγιζε, να προσέχει και ότι είναι πολύ περήφανος που τον έχει γιο.
Κατάφερε, επιτέλους, να τον βρει εκεί όπου ήταν όλοι μαζεμένοι, έτοιμοι ν' αντιμετωπίσουν τον Νουρεντίν, που είχαν μάθει ότι ερχόταν στην άπιστη Σμύρνη με άγριες διαθέσεις. Γιε μου, του είπε, η γιαγιά σου και η αδελφή σου δεν ήρθαν. Δεν ξέρω γιατί και σε τι κίνδυνο βρίσκονται. Αν βρεις χρόνο και οι εξελίξεις στο επιτρέψουν, προσπάθησε, σε παρακαλώ να μάθεις γι' αυτές. Ησύχασε πατέρα, θα κάνω ό,τι μπορέσω. Όμως, κάνε γρήγορα, για να προλάβεις να φύγεις με την υπόλοιπη οικογένειά μας. Αγκαλιάστηκαν ξανά και χώρισαν με την καρδιά να διπλώνεται από τον πόνο.