Διάλογος με τον Πεσσόα
Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας
Γιάννη Σμίχελη
Εμαθα να ξεγυμνώνομαι, δεν είναι καθόλου εύκολο να προχωράς ανάμεσα στους ανθρώπους γυμνός, όντας ντυμένος κάθε φορά κι άλλη ενδυμασία γύμνιας, γιατί δεν έχουμε ποτέ το ίδιο δέρμα, μήτε και παρόμοιο πρόσωπο, όχι, έχουμε πάντα διαφορετικά πρόσωπα, δεν υπονοώ τα προσωπεία, αδιαφορώ για τους αλλοτριωμένους υποκριτές, όχι, μιλώ για την υποκριτική την απορρέουσα από το φυσικό είναι του κάθε ανθρώπου, από το τούτο του, το κατιτίς του, κοινότυπα η αυθεντικότητα και πρωτοτυπία, η μοναδικότητα έτσι κι αλλιώς ορίζεται με όλα τα κριτήρια της τέχνης, του αυθόρμητου και του κώλου, βαρέθηκα πια την ψυχολογική πιπίλα περί της ατομικής ιδιαιτερότητας του καθενός, άλλωστε και οι ναζί, οι στρατόκαυλοι, οι προδότες, οι δωσίλογοι μοναδικοί κι ανεπανάληπτοι ο καθείς στον τρόπο που εγκληματούσαν και αμετανόητα θα συνέχιζαν αν δεν τους βαράγανε. Δεν γράφω για να βρω την ταυτότητά μου, μήτε να ανακαλύψω τον εαυτό μου, δεν έχω τα λεκτικά εργαλεία για να κάνω λιανά την ουσία μου, όλες οι θεωρίες, προσεγγίσεις, μέθοδοι, τρόποι έκφρασης είναι ξεπερασμένοι, η τέχνη όπως την μάθαμε είναι τελειωμένη, οι γλώσσες –οποιαδήποτε– έχουν φτωχύνει και δεν είμαστε ώριμοι για να γράψουμε σε μια κοινή ευρωπαϊκή γλώσσα, δεν μιλώ για την διεθνή ορολογία των επιστημών, αλλά για την καθημερινή επικοινωνία στο πλαίσιο της ρουτίνας, της επικοινωνίας στις επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες της ημέρας, στις κουβεντούλες του πεζοδρομίου, των μαγαζιών, της διασκέδασης, του εμπορίου, των καυγάδων, του φλερτ και των φιλικών συναναστροφών, στο κρεβάτι, στον καναπέ, στην πολυθρόνα, σε μεσημεριανό, βραδινό, πρωινό γεύμα, στο καφεδάκι. Η προφορική γλώσσα, η καθομιλουμένη, η δημοτική, αυτή που εκφέρεται και διατυπώνεται από τους ανθρώπους στις απλές τους στιγμές κι ενασχολήσεις. Το να τονίζουμε την έλλειψη κοινωνικότητας,