Ελένης Σταθοπούλου
Μόνο μια ώρα χαίρομαι, όταν γλυκοχαράζει,που αναπαύεται η καρδιά και δεν αναστενάζει!
Νύχτωσε. Το Παρίσι τού Λεβάντε πίσω της καιγόταν. Η Θάλεια βρισκόταν σ' ένα μεγάλο καΐκι με τόσο πολλούς γύρω της. Δεν ήξερε πού πάνε. Το φόρεμά της ήταν ελαφρύ και η θαλασσινή υγρασία περόνιαζε το σώμα της. Θα ήθελε να έριχνε κάτι στους ώμους της. Εκεί που σκίστηκε λίγο. Κάποιος την τράβηξε την ώρα που πάλευαν ποιος να πρωτομπεί. Ίσως να είχε κάπου κάτι. Αυτή είχε τα πάντα μέχρι τώρα. Δεν είχε στερηθεί τίποτα. Μήπως σ' αυτή την τσάντα, που της είχε ετοιμάσει η γιαγιά της και είναι στα πόδια της, έβρισκε ένα σάλι; Όμως, δεν είχε το κουράγιο να δει. Άλλωστε, θα ξυπνούσε και τον μικρό Γιάννο, που είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι ακουμπισμένο στο πόδι της εξουθενωμένος.
Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Όσο και να προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν γύρω της, δεν τα κατάφερνε. Την ξεπερνούσαν όσα έζησε και ζούσε. Δεν ήθελε να ξέρει τίποτα παραπάνω. Ήξερε μόνο ότι είχε ένα σκισμένο φουστάνι στο κάτω μέρος, εκεί που πιάστηκε τρέχοντας, ματωμένα από γρατζουνιές πόδια και κάπως λερωμένα παπούτσια. Ότι στη ζώνη της, που την είχε σώσει, αισθανόταν τον θησαυρό της. Ότι ήταν μόνη, χωρίς οικογένεια Από καιρό ο πατέρας της έλεγε ότι έπρεπε να τα μαζέψουν και να φύγουν, αλλά αυτή και η μάνα της δεν ήθελαν ν' ακούσουν τίποτα. Και τώρα, να το αποτέλεσμα. Η ζωή που ήξερε χάθηκε, οι δικοί της χάθηκαν κι απόμεινε ολομόναχη!